ΝΤΥΘΗΚΕ ΣΑΝ ΜΟΝΤΕΛΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΟΥ ΡΑΝΤΕΒΟΥ, ΑΛΛΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΗ ΛΙΓΑ ΛΕΠΤΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΤΟΝ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ!
Ο Γιώργος είχε αποφασίσει πως αυτή τη φορά το πρώτο ραντεβού θα πήγαινε τέλεια. Είχε περάσει σχεδόν μία ώρα μπροστά στον καθρέφτη, δοκιμάζοντας συνδυασμούς ρούχων σαν να ετοιμαζόταν να περπατήσει στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ.
Τελικά, κατέληξε σε ένα κομψό παντελόνι, ένα καλοσιδερωμένο πουκάμισο, ένα σακάκι που του πήγαινε εξαιρετικά και παπούτσια τόσο γυαλισμένα, που μπορούσες σχεδόν να δεις το πρόσωπό σου πάνω τους.
Έβαλε και το αγαπημένο του άρωμα, χτένισε τα μαλλιά του για τρίτη φορά και χαμογέλασε στον καθρέφτη.
«Σήμερα θα σκίσω!» είπε με αυτοπεποίθηση.
Δεν ήξερε ότι, σε λίγα λεπτά, θα σκιζόταν μόνο η αξιοπρέπειά του.
Η κοπέλα λεγόταν Ελένη και είχαν γνωριστεί μέσω κοινών φίλων. Είχαν ανταλλάξει μηνύματα για μέρες, είχαν γελάσει αρκετές φορές στο τηλέφωνο και επιτέλους αποφάσισαν να βγουν για έναν καφέ και μια βόλτα.
Ο Γιώργος έφτασε στο σημείο συνάντησης δέκα λεπτά νωρίτερα. Δεν ήθελε να φανεί ούτε απελπισμένος ούτε αδιάφορος. Ήθελε να πετύχει εκείνη τη λεπτή ισορροπία του άντρα που ενδιαφέρεται, αλλά έχει και ζωή.
Στην πραγματικότητα, είχε φτάσει νωρίς επειδή είχε αλλάξει γνώμη για το πουκάμισο δύο φορές και είχε φύγει από το σπίτι τρέχοντας.
Όταν είδε την Ελένη να πλησιάζει, χαμογέλασε. Εκείνη ήταν όμορφη, χαμογελαστή και πολύ πιο άνετη από εκείνον.
«Γεια σου, Γιώργο!»
«Γεια σου, Ελένη! Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω από κοντά!»
Χαιρετήθηκαν, συστήθηκαν κανονικά, αν και είχαν ήδη μιλήσει τόσο πολύ, που γνώριζαν ο ένας για τον άλλον μέχρι και τι πίτσα προτιμούσαν.
Τα πρώτα λεπτά πήγαιναν υπέροχα. Εκείνος έκανε χιούμορ, εκείνη γελούσε και η αμηχανία του πρώτου ραντεβού άρχισε σιγά σιγά να εξαφανίζεται.
Ο Γιώργος μέσα του πανηγύριζε.
«Ωραία πάμε», σκεφτόταν. «Έχει χημεία. Μιλάμε άνετα. Δεν έχω πει καμία βλακεία. Τα μαλλιά κάθονται τέλεια. Το άρωμα μάλλον το πρόσεξε. Αν συνεχίσει έτσι, μπορεί να έχουμε και δεύτερο ραντεβού!»
Και τότε ξεκίνησαν να περπατούν.
Μόλις είχαν στρίψει σε έναν δρόμο με πεζοδρόμια, παρκαρισμένα αυτοκίνητα και μερικά δέντρα, όταν η μοίρα αποφάσισε πως ο Γιώργος είχε υπερβολικά μεγάλη αυτοπεποίθηση για έναν απλό άνθρωπο.
Στο πεζοδρόμιο υπήρχε μια κουράδα σκύλου.
Μια ύπουλη, αθόρυβη, καλοτοποθετημένη κουράδα.
Ο Γιώργος δεν την είδε.
Το δεξί του πόδι προσγειώθηκε ακριβώς πάνω της.
Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, το παπούτσι του γλίστρησε σαν να είχε πατήσει σε σαπούνι. Το σώμα του συνέχισε να κινείται προς τα εμπρός, τα χέρια του άνοιξαν διάπλατα και το πρόσωπό του πήρε την έκφραση ανθρώπου που μόλις αντιλήφθηκε ότι η ζωή του τελειώνει σε αργή κίνηση.
«Ωχ, ωχ, ΩΧ!»
Προσπάθησε να κρατήσει την ισορροπία του. Έκανε ένα βήμα προς τα δεξιά, ένα προς τα αριστερά, κουνήθηκε σαν ανεμιστήρας στον δυνατό αέρα και, για μια στιγμή, φάνηκε πως θα σωθεί.
Αλλά όχι.
Η φυσική είχε άλλα σχέδια.
Ο Γιώργος έπεσε με μια μεγαλοπρεπή, θεαματική γλίστρα και προσγειώθηκε με τον πισινό στο πεζοδρόμιο.
ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΚΟΥΡΑΔΑ!
Το κομψό παντελόνι του, που μέχρι πριν από λίγα δευτερόλεπτα ήταν το καμάρι του, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας καταστροφής που ούτε το πιο ακριβό καθαριστήριο δεν θα ήθελε να αναλάβει χωρίς προκαταβολή.
Ο Γιώργος έμεινε καθισμένος κάτω, ακίνητος.
Δεν μιλούσε.
Δεν κουνιόταν.
Δεν ανέπνεε σχεδόν.
Κοίταξε το πεζοδρόμιο. Μετά το παντελόνι του. Μετά την Ελένη.
Και τότε συνειδητοποίησε το μέγεθος της συμφοράς.
Η αίσθηση ήταν σαν να είχε χεστεί ο ίδιος πάνω του, μόνο που δεν είχε συμβεί αυτό. Είχε απλώς καταφέρει να μετατρέψει ένα ρομαντικό πρώτο ραντεβού σε σκηνή που θα μπορούσε να έχει τίτλο: «Η πτώση της αξιοπρέπειας σε τρεις πράξεις».
Το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο. Όχι απλώς λίγο κόκκινο. Έγινε κόκκινο σαν παντζάρι που μόλις βγήκε από την κατσαρόλα.
«Συγγνώμη…» κατάφερε να ψελλίσει.
Αλλά η Ελένη δεν απάντησε.
Γιατί η Ελένη είχε αρχίσει να γελάει.
Στην αρχή γέλασε λίγο, προσπαθώντας να συγκρατηθεί. Έβαλε το χέρι στο στόμα της και γύρισε το κεφάλι αλλού.
Ο Γιώργος σκέφτηκε πως ίσως θα ηρεμούσε.
Τότε εκείνη τον κοίταξε ξανά.
Και ξέσπασε.
Γελούσε τόσο δυνατά, που χρειάστηκε να πιαστεί από ένα δέντρο. Τα μάτια της δάκρυσαν, τα γόνατά της λύγισαν και έβγαζε κάτι ήχους που δεν έμοιαζαν πλέον με γέλιο, αλλά με συναγερμό αυτοκινήτου που είχε χαλάσει.
«ΘΕΕ ΜΟΥ! ΣΥΓΓΝΩΜΗ!» φώναξε ανάμεσα στα γέλια. «ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ! ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΩ!»
Ο Γιώργος παρέμενε κάτω.
Είχε παγώσει τόσο πολύ, που αν κάποιος τον σκέπαζε με μια κουβέρτα, θα νόμιζες πως περίμενε ασθενοφόρο μετά από τροχαίο.
«Μήπως… μπορείς να με βοηθήσεις να σηκωθώ;» ρώτησε διστακτικά.
Αυτή η φράση ήταν το τελειωτικό χτύπημα.
Η Ελένη λύγισε στα δύο.
«ΣΥΓΓΝΩΜΗ! ΣΥΓΓΝΩΜΗ! ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΧΩ ΞΑΝΑΔΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΤΕΤΟΙΟ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ!»
Και συνέχισε να γελάει.
Ο Γιώργος ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί. Ήθελε να τηλεμεταφερθεί σε άλλη χώρα. Ήθελε να αλλάξει όνομα, επάγγελμα και ταυτότητα. Αν υπήρχε τρόπος να γίνει αόρατος, θα τον είχε ανακαλύψει εκείνη τη στιγμή.
Η Ελένη προσπάθησε να πάρει ανάσα, σκούπισε τα μάτια της και είπε:
«Πραγματικά, συγγνώμη! Δεν γελάω μαζί σου… εντάξει, γελάω μαζί σου, αλλά δεν το κάνω επίτηδες!»
Και αμέσως ξαναξέσπασε.
Ύστερα, χωρίς να μπορεί να ελέγξει τα γέλια της, είπε ένα βιαστικό «συγγνώμη, αλήθεια!» και έφυγε σχεδόν τρέχοντας.
Ούτε δεύτερη προσπάθεια να τον βοηθήσει να σηκωθεί.
Ούτε ένα χαρτομάντιλο.
Ούτε καν ένα «να σου φέρω λίγο νερό;».
Τίποτα.
Η Ελένη εξαφανίστηκε στη γωνία, γελώντας ακόμη, ενώ ο Γιώργος παρέμενε στο πεζοδρόμιο, καθισμένος μέσα στη μεγαλύτερη ντροπή της ζωής του.
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να θυμηθεί πώς λειτουργούν τα πόδια του.
Σηκώθηκε αργά, κοίταξε γύρω του για να βεβαιωθεί ότι δεν τον είχε δει όλη η γειτονιά και περπάτησε προς το σπίτι με βήματα ανθρώπου που είχε μόλις επιστρέψει από πόλεμο.
Το σακάκι του ήταν ακόμη κομψό. Το πουκάμισό του ήταν ακόμη καλοσιδερωμένο. Τα μαλλιά του, παραδόξως, είχαν επιβιώσει.
Αλλά η πίσω πλευρά του παντελονιού του είχε γνωρίσει μια νέα και απολύτως ανεπιθύμητη πραγματικότητα.
Στο σπίτι πέταξε τα ρούχα του κατευθείαν στο πλυντήριο, μπήκε στο μπάνιο και έμεινε για ώρα να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη.
«Πρώτο ραντεβού», ψιθύρισε. «Πρώτο. Ραντεβού.»
Ύστερα πήρε το κινητό του και έστειλε μήνυμα στον καλύτερό του φίλο:
«Ακυρώνω τα ερωτικά. Από σήμερα θα βγαίνω μόνο με ανθρώπους που περπατούν σε χαλιά.»
Ο φίλος του, φυσικά, δεν τον πίστεψε μέχρι να ακούσει ολόκληρη την ιστορία. Και όταν την άκουσε, γέλασε τόσο πολύ, που ο Γιώργος έκλεισε το τηλέφωνο και αποφάσισε να μην του ξαναμιλήσει για τουλάχιστον τρεις εργάσιμες ημέρες.
Νόμιζε, όμως, πως η χειρότερη στιγμή είχε περάσει.
Δεν είχε ιδέα.
Το επόμενο πρωί, ξαπλωμένος στο κρεβάτι και προσπαθώντας να ξεχάσει το περιστατικό, άνοιξε το TikTok για να χαζέψει λίγο βίντεο.
Στην αρχή είδε συνταγές, γάτες που έπεφταν από καναπέδες και κάποιον που προσπαθούσε να κάνει γυμναστική στο σαλόνι του.
Και ξαφνικά…
Εμφανίστηκε ένα γνώριμο πρόσωπο.
Η Ελένη.
Χαμογελαστή, μπροστά στην κάμερα, με εκείνη την έκφραση ανθρώπου που ετοιμάζεται να μοιραστεί κάτι ξεκαρδιστικό με τον κόσμο.
Στην οθόνη εμφανίστηκε η φράση:
«STORY TIME: ΤΟ ΠΙΟ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΠΡΩΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ!»
Ο Γιώργος ανασηκώθηκε στο κρεβάτι.
«Όχι…» ψιθύρισε.
Η Ελένη άρχισε να αφηγείται την ιστορία. Περιέγραψε τον κομψό άντρα, τη βόλτα, την κουράδα και την απίστευτη γλίστρα. Μιμούνταν την κίνηση των χεριών του, περιέγραφε την πτώση και γελούσε ξανά και ξανά, διακόπτοντας την αφήγηση επειδή δεν μπορούσε να συγκρατηθεί.
Ο Γιώργος κοιτούσε την οθόνη με το στόμα ανοιχτό.
Κάθε δευτερόλεπτο ήταν χειρότερο από το προηγούμενο.
Και το βίντεο συνέχιζε.
«Παιδιά, σας ορκίζομαι, δεν έχω γελάσει ποτέ έτσι! Ο άνθρωπος έπεσε και έμεινε κάτω σαν να έκανε επανεκκίνηση!»
Ο Γιώργος έκλεισε το κινητό.
Το ξανάνοιξε.
Ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν το είχε φανταστεί.
Το βίντεο ήταν εκεί.
Το ξανάκλεισε.
Ύστερα το άνοιξε πάλι, γιατί η ανθρώπινη περιέργεια είναι ισχυρότερη ακόμη κι από την επιθυμία να ξεχάσεις ότι έχεις γίνει πρωταγωνιστής σε μια δημόσια ταπείνωση.
Τα σχόλια είχαν αρχίσει να γεμίζουν.
«ΠΕΘΑΙΝΩ!»
«ΘΕΛΟΥΜΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ!»
«Πείτε μου ότι τον ξαναείδες!»
«Ο άνθρωπος δεν έπεσε, προσγειώθηκε σε άλλη διάσταση!»
Ο Γιώργος άφησε το κινητό πάνω στο κρεβάτι και έβαλε τα χέρια στο πρόσωπό του.
Το χειρότερο δεν ήταν ότι είχε γλιστρήσει.
Δεν ήταν καν ότι είχε λερώσει το αγαπημένο του παντελόνι.
Το χειρότερο ήταν πως η γυναίκα που είχε απέναντί του, αντί να τον βοηθήσει σε μια στιγμή που είχε πραγματικά ντροπιαστεί, είχε φύγει γελώντας και τώρα έκανε την ιστορία του βίντεο για να διασκεδάσει χιλιάδες ανθρώπους.
Και εκείνος δεν είχε καν προλάβει να πιει τον καφέ του.
Από εκείνη την ημέρα, ο Γιώργος απέκτησε τρεις νέους κανόνες για τα ραντεβού:
Πρώτον, κοιτάζει πάντα πού πατάει.
Δεύτερον, δεν φοράει ποτέ ανοιχτόχρωμο παντελόνι σε πρώτη συνάντηση.
Και τρίτον, αν μια κοπέλα αρχίσει να γελάει ανεξέλεγκτα ενώ εκείνος βρίσκεται πεσμένος στο έδαφος, δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει κανέναν. Σηκώνεται, αποχωρεί με αξιοπρέπεια και κάνει έναν πολύ προσεκτικό έλεγχο στο πίσω μέρος του παντελονιού του.
Όσο για την Ελένη;
Μπορεί να απέκτησε ένα βίντεο που έκανε τον κόσμο να γελάσει, αλλά ο Γιώργος πήρε ένα μάθημα που δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
Γιατί τελικά, στο πρώτο ραντεβού δεν έχει τόση σημασία αν φοράς το πιο ακριβό σακάκι, αν μυρίζεις σαν διαφήμιση αρώματος ή αν έχεις χτενιστεί στην εντέλεια.
Σημασία έχει να ξέρεις με ποιον άνθρωπο βρίσκεσαι όταν κάτι πάει στραβά.
Και, φυσικά, να κοιτάζεις πού πατάς.
Γιατί ο έρωτας μπορεί να είναι τυφλός, αλλά οι κουράδες στον δρόμο είναι εκεί και σε περιμένουν!
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου