ΠΗΓΕ ΝΑ ΜΑΖΕΨΕΙ ΤΑ ΦΟΡΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΛΩΣΤΡΑ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΑΝΤΙΚΡΙΣΕ ΤΗΣ ΕΚΟΨΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ!
Η Μαρία είχε αποφασίσει πως εκείνη την ημέρα θα έκανε κάτι για τον εαυτό της. Όχι τίποτα υπερβολικό. Ούτε κομμωτήριο, ούτε ψώνια με τις ώρες, ούτε καφέδες με φίλες που ξεκινούν στις έξι το απόγευμα και καταλήγουν να συζητούν μέχρι να ξημερώσει.
Όχι! Η Μαρία ήθελε απλώς να μυρίζει το σπίτι της καθαριότητα και τα ρούχα της να αναδίδουν εκείνο το υπέροχο άρωμα που σε κάνει να περνάς μπροστά από τον καθρέφτη και να λες: «Πω πω, τι νοικοκυρά είμαι εγώ!».
Και τότε ήρθε η μεγάλη ευκαιρία.
Στο σούπερ μάρκετ είχε προσφορά τα αγαπημένα της απορρυπαντικά, τα μαλακτικά της, τα αρωματικά για τα ρούχα και, φυσικά, τις έξτρα αρωματικές πέρλες που μπαίνουν στο πλυντήριο. Εκείνες τις πέρλες που δεν είναι απαραίτητες για την επιβίωση της ανθρωπότητας, αλλά για τη Μαρία ήταν ζήτημα προσωπικής αξιοπρέπειας.
Μπήκε στο κατάστημα για να πάρει δύο πράγματα και βγήκε με σακούλες που έμοιαζαν σαν να εφοδίαζε ξενοδοχείο πέντε αστέρων.
«Αφού είναι σε προσφορά, κρίμα δεν είναι να μην πάρω;» δικαιολογήθηκε στον εαυτό της.
Κανείς δεν της απάντησε. Ούτε χρειαζόταν. Η συνείδησή της είχε ήδη παραδοθεί.
Μόλις επέστρεψε σπίτι, ξεκίνησε το μεγάλο σχέδιο. Έβαλε τα αγαπημένα της φορέματα στο πλυντήριο, πρόσθεσε απορρυπαντικό, μαλακτικό, αρωματικό και πέρλες με τέτοια γενναιοδωρία, λες και ετοίμαζε τα ρούχα για βασιλικό γάμο.
«Να φρεσκαριστούν λίγο, να μοσχοβολήσουν!» είπε ευχαριστημένη.
Όταν τελείωσε η πλύση, άπλωσε τα φορέματα στο μπαλκόνι, τα τακτοποίησε προσεκτικά και τα κοίταξε με ικανοποίηση. Ήταν σίγουρη πως, όταν θα τα μάζευε, θα μύριζαν σαν ανθισμένος κήπος μετά τη βροχή.
Και τότε έκανε κάτι που ούτε η ίδια μπορούσε να εξηγήσει.
Μάζεψε την τέντα.
Ναι, την τέντα! Εκείνη που συνήθως άφηνε ανοιχτή, αλλά εκείνη την ημέρα αποφάσισε ξαφνικά να τη μαζέψει. Γιατί; Ποιος ξέρει! Ίσως επειδή της ήρθε μια στιγμιαία επιθυμία να αλλάξει τη διακόσμηση του μπαλκονιού. Ίσως επειδή ήθελε να μπει λίγο περισσότερο φως. Ίσως επειδή εκείνη τη στιγμή ο εγκέφαλός της είχε πάει για καφέ και είχε αφήσει το σώμα της να παίρνει αποφάσεις μόνο του.
Το αποτέλεσμα, πάντως, ήταν ότι τα φορέματα έμειναν εντελώς εκτεθειμένα στον ουρανό.
Και στον ουρανό, ως γνωστόν, δεν πετούν μόνο σύννεφα και αεροπλάνα.
Πετούν και περιστέρια.
Πολλά περιστέρια.
Περιστέρια με σχέδιο, στόχο και μια ανεξήγητη προσωπική αντιπάθεια για τα καθαρά ρούχα.
Η Μαρία δεν είχε ιδέα για το δράμα που εξελισσόταν πάνω από το κεφάλι της. Συνέχισε τις δουλειές της, έφτιαξε καφέ, συμμάζεψε την κουζίνα και κατά διαστήματα σκεφτόταν πόσο ωραία θα μύριζαν τα φορέματά της.
Ώσπου ήρθε η ώρα να τα μαζέψει.
Άνοιξε την μπαλκονόπορτα χαρούμενη, με το καλάθι στο χέρι και τη διάθεση ανθρώπου που περιμένει να παραλάβει την παραγγελία του από ακριβό αρωματοπωλείο.
Το πρώτο φόρεμα ήταν γεμάτο περιττώματα.
Σταμάτησε.
Κοίταξε καλύτερα.
Το δεύτερο φόρεμα; Τα ίδια.
Το τρίτο; Χειρότερα.
Το τέταρτο είχε τόσα σημάδια, που έμοιαζε σαν να είχε συμμετάσχει σε διαγωνισμό σκοποβολής με κριτές ένα ολόκληρο σμήνος περιστεριών.
Η Μαρία πάγωσε.
Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε. Το καλάθι γλίστρησε λίγο από το χέρι της. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν ακουγόταν τίποτα, εκτός ίσως από τη μακρινή φωνή της λογικής της, που είχε ξυπνήσει επιτέλους και της φώναζε: «ΓΙΑΤΙ ΜΑΖΕΨΕΣ ΤΗΝ ΤΕΝΤΑ, ΒΡΕ ΜΑΡΙΑ; ΓΙΑΤΙ;»
Κοίταξε τα φορέματα. Κοίταξε την τέντα. Κοίταξε τον ουρανό.
Και τότε είδε ένα περιστέρι να κάθεται στο απέναντι κάγκελο και να την κοιτάζει με εκείνο το αθώο, δήθεν αδιάφορο ύφος που έχουν τα περιστέρια όταν έχουν μόλις καταστρέψει μια ολόκληρη μπουγάδα.
«ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ ΕΤΣΙ!» του φώναξε. «ΞΕΡΩ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΤΙ ΕΧΕΙΣ ΚΑΝΕΙ!»
Το περιστέρι τίναξε τα φτερά του και πέταξε μακριά.
Χωρίς απολογία. Χωρίς τύψεις. Χωρίς να αφήσει ούτε ένα κουπόνι για δωρεάν επαναπλύση.
Η Μαρία μπήκε στο σπίτι κρατώντας ένα φόρεμα από την άκρη, σαν να είχε βγάλει από τον κάδο κάτι που έπρεπε να εξεταστεί από ειδικό συνεργείο βιολογικού καθαρισμού.
Το άρωμα του μαλακτικού εξακολουθούσε να υπάρχει. Κάτω από αυτό, όμως, είχε προστεθεί μια νέα, εντελώς ανεπιθύμητη νότα: «Περιστέρι σε απόγνωση, eau de μπαλκόνι».
Και το χειρότερο; Δεν είχε χαλάσει μόνο ένα φόρεμα. Είχαν χαλάσει όλα τα φορέματα που είχε απλώσει!
Έτσι, η γυναίκα που ξεκίνησε τη μέρα της με στόχο να εξοικονομήσει χρήματα χάρη στις προσφορές, κατέληξε να ξαναβάζει ολόκληρη τη μπουγάδα στο πλυντήριο, να ξοδεύει ξανά απορρυπαντικό, μαλακτικό και αρωματικές πέρλες και να κοιτάζει την τέντα σαν να ήταν προσωπικός της εχθρός.
Κάποια στιγμή, καθώς γέμιζε ξανά το πλυντήριο, μονολόγησε:
«Πλήρωσα για να μυρίζουν τα ρούχα μου σαν λουλούδια και τελικά τα παρέλαβα με υπογραφή περιστεριού!»
Από εκείνη την ημέρα, η Μαρία έβαλε έναν νέο κανόνα στο σπίτι: η τέντα δεν μαζεύεται ποτέ όταν υπάρχουν ρούχα απλωμένα. ΠΟΤΕ!
Και αν κάποιος τη ρωτήσει γιατί, δεν μπαίνει καν στον κόπο να εξηγήσει.
Απλώς δείχνει το καλάθι με τα άπλυτα, αναστενάζει και λέει:
«Μη ρωτάς. Έχω ανοιχτούς λογαριασμούς με τα περιστέρια της γειτονιάς!»
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου