ΕΣΤΕΙΛΕ ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ ΤΗ ΛΙΣΤΑ ΤΟΥ ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ ΣΤΟΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ — Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΟΥ ΠΗΡΕ ΤΗΝ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ! PART 2
Αν πίστευε κανείς ότι η ιστορία με τη λίστα του σούπερ μάρκετ είχε τελειώσει, έκανε μεγάλο λάθος! Γιατί πίσω από τα πειράγματα, τα λουκούμια και τις παγίδες για τα ποντίκια, κρυβόταν μια ιστορία που κανείς στο γραφείο δεν μπορούσε να φανταστεί. Και κυρίως, μια γυναίκα που είχε φτάσει στα όριά της και ήταν έτοιμη να περάσει στην αντεπίθεση!
Ο διευθυντής της δεν ήταν ένας συνηθισμένος άντρας. Ψηλός, επιβλητικός, με όμορφη κορμοστασιά και μια λεβεντιά που δεν περνούσε απαρατήρητη, είχε εκείνη την ιδιαίτερη παρουσία που έκανε τους πάντες να γυρίζουν το κεφάλι όταν έμπαινε σε έναν χώρο.
Ήταν σοβαρός στη δουλειά, απαιτητικός όταν χρειαζόταν, αλλά διέθετε και ένα χιούμορ που μπορούσε να διαλύσει ακόμη και την πιο τεταμένη ατμόσφαιρα. Και όσο για το χαμόγελό του; Αυτό ήταν μια ολόκληρη ιστορία από μόνο του!
Ένα χαμόγελο αφοπλιστικό, από εκείνα που έκαναν τις γυναίκες του γραφείου να ξεχνούν για λίγα δευτερόλεπτα τι ακριβώς ήθελαν να του πουν. Οι περισσότερες ήταν κρυφά ή φανερά ερωτευμένες μαζί του. Άλλες έβρισκαν δικαιολογίες για να περάσουν από το γραφείο του, άλλες του έφερναν καφέ χωρίς να τους το ζητήσει και κάποιες φρόντιζαν να εμφανίζονται μπροστά του ακριβώς τη στιγμή που εκείνος έβγαινε από κάποια σύσκεψη.
Εκείνη, όμως, ήταν διαφορετική.
Δεν τον κοιτούσε με βλέμμα θαυμασμού, δεν προσπαθούσε να του τραβήξει την προσοχή και δεν έδειχνε να επηρεάζεται από τη γοητεία του. Του μιλούσε κανονικά, του απαντούσε όταν χρειαζόταν και συνέχιζε τη δουλειά της σαν να μην είχε απέναντί της τον πιο περιζήτητο άντρα ολόκληρου του γραφείου.
Και ίσως αυτό ακριβώς να ήταν που του είχε γίνει εμμονή!
Γιατί ο διευθυντής, όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει πίσω από τα αστεία του, είχε βρει σε εκείνη μια πρόκληση που δεν μπορούσε να αγνοήσει. Ήθελε να την κάνει να γελάσει, να τη δει να χάνει την ψυχραιμία της, να ανακαλύψει τι κρυβόταν πίσω από την ψύχραιμη και ανεξάρτητη συμπεριφορά της.
Έτσι, κάθε φορά που έβρισκε ευκαιρία, την πείραζε.
Στην αρχή ήταν αστείο. Ένα σχόλιο για τα ψώνια της, μια ατάκα για τα λουκούμια, μια δήθεν σοβαρή ερώτηση για τις παγίδες των ποντικών.
Όμως, όσο περνούσαν οι μέρες, τα πειράγματα έγιναν καθημερινότητα. Κι αυτό που εκείνος θεωρούσε αθώο παιχνίδι είχε αρχίσει να γίνεται για εκείνη πραγματικός εφιάλτης.
Δεν την άφηνε σε χλωρό κλαρί!
Αν έπινε καφέ, τη ρωτούσε αν είχε αγοράσει καινούργια καθαριστικά. Αν περνούσε από τον διάδρομο, της θύμιζε τα λουκούμια. Αν κάποιος συνάδελφος ανέφερε τυχαία το σούπερ μάρκετ, εκείνος έβρισκε τρόπο να επαναφέρει τη διαβόητη λίστα.
Και το χειρότερο; Όλοι γελούσαν!
Εκείνη χαμογελούσε αμήχανα για να μη δείξει πόσο την ενοχλούσε, αλλά μέσα της έβραζε.
«Φτάνει πια!» μονολογούσε κάθε πρωί, καθώς ετοιμαζόταν να πάει στη δουλειά. «Δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτό για πάντα!»
Είχε αρχίσει να ξυπνάει και να σκέφτεται όχι τις υποχρεώσεις της, αλλά ποια καινούργια ατάκα θα είχε ετοιμάσει ο διευθυντής για να την κάνει ρεζίλι μπροστά στους υπόλοιπους.
Τα δήθεν αθώα πειράγματα είχαν παρατραβήξει και εκείνη ένιωθε ότι είχε χάσει κάθε περιθώριο να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς να γίνει η ίδια το επόμενο ανέκδοτο του γραφείου.
Και τότε, ένα πρωί, της ήρθε μια ιδέα.
Μια ιδέα τόσο παράτολμη, τόσο ανατρεπτική και τόσο επικίνδυνη για την ηρεμία του γραφείου, που αν την άκουγε κανείς θα τη συμβούλευε να το ξανασκεφτεί.
Εκείνη, όμως, είχε ήδη αποφασίσει ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει έτσι.
Για να καταλάβει κανείς τι ακολούθησε, πρέπει να γνωρίζει ένα μικρό μυστικό από το παρελθόν του ακαταμάχητου διευθυντή.
Υπήρχε κάποτε μια γυναίκα που είχε καταφέρει να τον κάνει να χάσει εντελώς τον έλεγχο των συναισθημάτων του. Μια πρώην σύντροφος, ένας έρωτας που, όπως φαινόταν, δεν είχε ξεπεράσει ποτέ πραγματικά.
Εκείνη είχε φύγει από τη χώρα για έναν νέο έρωτα. Είχε αλλάξει αριθμό τηλεφώνου, είχε χαθεί από τη ζωή του και δεν είχε αφήσει πίσω της κανένα εύκολο ίχνος για να την εντοπίσει.
Ο διευθυντής είχε περάσει μια πολύ σκοτεινή περίοδο. Η εγκατάλειψη τον είχε τσακίσει περισσότερο απ' όσο παραδεχόταν. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι η γυναίκα που αγαπούσε είχε επιλέξει έναν άλλον άντρα και, όσο κι αν προσπαθούσε να συνεχίσει τη ζωή του, κάτι μέσα του παρέμενε κολλημένο σε εκείνη την ιστορία.
Για καιρό προσπάθησε να μάθει νέα της. Ρώτησε κοινούς γνωστούς, αναζήτησε πληροφορίες και περίμενε έστω ένα σημάδι ότι εκείνη θυμόταν ακόμη την ύπαρξή του.
Μάταια.
Η γυναίκα είχε εξαφανιστεί από τη ζωή του σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.
Και τώρα, χρόνια αργότερα, η υπάλληλός του θυμήθηκε το όνομά της.
Στην αρχή δίστασε. Ήξερε ότι επρόκειτο να μπλέξει σε κάτι που θα μπορούσε να πάρει απρόβλεπτες διαστάσεις. Έπειτα, όμως, θυμήθηκε όλα τα πρωινά που είχε περάσει με κόμπο στο στομάχι, όλα τα γέλια των συναδέλφων και το ατελείωτο πείραγμα που δεν έλεγε να σταματήσει.
«Αφού θέλει να κάνει τους πάντες να γελούν εις βάρος μου», σκέφτηκε, «ας δούμε πόσο θα γελάσει κι εκείνος!»
Και κάπως έτσι, το σχέδιο άρχισε να παίρνει μορφή.
Το επόμενο πρωί πήγε κανονικά στη δουλειά. Χαιρέτησε τους συναδέλφους της, άνοιξε τον υπολογιστή της και συμπεριφέρθηκε σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα.
Ο διευθυντής, φυσικά, δεν έχασε την ευκαιρία.
«Καλημέρα! Σήμερα έχουμε τίποτα καινούργιο στη λίστα ή να παραγγείλω απευθείας από το σούπερ μάρκετ;»
Εκείνη χαμογέλασε γλυκά.
Λίγο αργότερα, ένα μικρό δέμα έφτασε στο γραφείο του.
Ήταν ένα υπέροχο μίνι κέικ Black Forest, με σοκολάτα, κρέμα και κεράσια, τοποθετημένο προσεκτικά σε ένα κομψό κουτί. Δίπλα του υπήρχε ένας φάκελος με το όνομά του.
Ο διευθυντής χαμογέλασε.
Το Black Forest ήταν ένα από τα αγαπημένα του γλυκά. Και το γεγονός ότι κάποιος τού είχε στείλει ένα τέτοιο δώρο χωρίς προειδοποίηση τού φάνηκε σχεδόν απίστευτο.
Άνοιξε πρώτα τον φάκελο.
Μέσα υπήρχε ένα σύντομο σημείωμα:
«Σε περιμένω στις 14:00 στο γνωστό εστιατόριο, για να ξαναζήσουμε στιγμές όπως παλιά. Μου έλειψες. Ανυπομονώ να σε δω από κοντά…»
Και από κάτω, ένα όνομα.
Το όνομα της γυναίκας που πίστευε ότι είχε χάσει για πάντα!
Για μερικά δευτερόλεπτα δεν κουνήθηκε. Ξαναδιάβασε το σημείωμα, κοίταξε το όνομα και το διάβασε άλλη μία φορά.
«Δεν μπορεί…» ψιθύρισε.
Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Ξαφνικά, ο σοβαρός και πάντα συγκροτημένος διευθυντής έμοιαζε με ερωτευμένο έφηβο που μόλις είχε λάβει το πρώτο του ερωτικό γράμμα.
Μήπως εκείνη είχε επιστρέψει;
Μήπως είχε μετανιώσει;
Μήπως, ύστερα από τόσο καιρό, ήθελε επιτέλους να τον ξαναδεί;
Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή στο μυαλό του, αλλά η απάντηση βρισκόταν μπροστά του: στις 14:00 θα την έβλεπε.
Και τότε έκανε το αδιανόητο.
Άφησε στην άκρη κάθε επαγγελματική υποχρέωση και έπιασε το κέικ με ενθουσιασμό. Έφαγε σχεδόν βιαστικά, σαν να μην είχε φάει ποτέ στη ζωή του, χωρίς να υποψιάζεται ότι το γλυκό έκρυβε μια εξαιρετικά επικίνδυνη έκπληξη.
Γιατί η υπάλληλός του, μέσα στην οργή και την απελπισία της, είχε περάσει σε μια εκδικητική κίνηση που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια μιας φάρσας. Είχε βάλει καθαρτικό στο γλυκό, πιστεύοντας ότι επιτέλους θα του έδινε ένα μάθημα που δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
Δεν είχε υπολογίσει, όμως, πόσο σοβαρές και απρόβλεπτες θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειες.
Στην αρχή, εκείνος συνέχισε να χαμογελά, κρατώντας το σημείωμα σαν πολύτιμο εισιτήριο για μια δεύτερη ευκαιρία στον έρωτα.
Ύστερα, όμως, κάτι άρχισε να μην πηγαίνει καθόλου καλά.
Ένα παράξενο γουργούρισμα ακούστηκε από την κοιλιά του.
Στην αρχή το αγνόησε.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, όμως, το γουργούρισμα έγινε μια ολόκληρη συμφωνία από ήχους που θα έκαναν ακόμη και τον πιο ψύχραιμο άνθρωπο να ανησυχήσει.
Το χαμόγελό του πάγωσε.
Έβαλε το χέρι στην κοιλιά του και σηκώθηκε αργά από την καρέκλα.
«Όχι τώρα… Σε παρακαλώ, όχι τώρα!» μουρμούρισε.
Μόνο που το σώμα του είχε άλλα σχέδια.
Πετάχτηκε όρθιος, άνοιξε την πόρτα του γραφείου του και κατευθύνθηκε ολοταχώς προς την τουαλέτα, με τέτοια ταχύτητα που οι συνάδελφοι έμειναν να τον κοιτούν αποσβολωμένοι.
«Τι έπαθε αυτός;» ψιθύρισε κάποιος.
Η "αυτουργός" καθισμένη μπροστά στον υπολογιστή της, προσπαθούσε να κρατήσει το πρόσωπό της σοβαρό. Μέσα της, ωστόσο, ένιωθε μια εκρηκτική ικανοποίηση, σαν να είχε επιτέλους αντιστρέψει τους ρόλους.
«Για να δούμε τώρα ποιος θα πειράζει ποιον», σκέφτηκε.
Πέρασαν λίγα λεπτά.
Η πόρτα της τουαλέτας άνοιξε και ο διευθυντής εμφανίστηκε με το πρόσωπο κατακόκκινο και το μέτωπο ιδρωμένο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε το πρόσωπό του και έκανε να επιστρέψει στο γραφείο του.
Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε λίγα βήματα.
Σταμάτησε απότομα.
Έκλεισε τα μάτια του, γύρισε με μια κίνηση που θύμιζε άνθρωπο που μόλις είχε συνειδητοποιήσει ότι η ζωή τού επιφυλάσσει κι άλλες εκπλήξεις και επέστρεψε στην τουαλέτα.
Η πόρτα έκλεισε ξανά.
Αυτή τη φορά, κανείς δεν τόλμησε να πει τίποτα.
Όταν τελικά επέστρεψε, περίπου είκοσι λεπτά αργότερα, είχε χάσει όλη τη λάμψη του. Ο ακαταμάχητος άντρας που έκανε τις γυναίκες του γραφείου να αναστενάζουν έμοιαζε τώρα να είχε μόλις επιστρέψει από έναν εξαντλητικό μαραθώνιο.
Προσπάθησε να ισιώσει το σακάκι του και κατευθύνθηκε προς τον δερμάτινο καναπέ.
«Θα ξεκουραστώ λίγο», ανακοίνωσε με βραχνή φωνή. «Θέλω να με ξυπνήσετε στις 13:30. Έχω ένα εξαιρετικά σημαντικό ραντεβού».
Μέσα σε λίγα λεπτά είχε αποκοιμηθεί βαθιά, εξαντλημένος από την περιπέτεια της κοιλιάς του και τις έντονες σκέψεις για τη γυναίκα που πίστευε ότι θα συναντούσε το μεσημέρι.
Στις 13:30 ακριβώς, η γραμματέας πλησίασε τον καναπέ.
«Κύριε διευθυντά; Ώρα να ξυπνήσετε».
Πετάχτηκε όρθιος, πήγε στο γραφείο του, ίσιωσε το πουκάμισό του, έφτιαξε τα μαλλιά του και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη.
Παρά την εξάντλησή του, δεν σκόπευε να εμφανιστεί μπροστά στη μεγάλη του αγάπη σαν να είχε περάσει την προηγούμενη ώρα σε μάχη με ολόκληρο στρατό.
Έβαλε λίγο άρωμα, τακτοποίησε το σακάκι του και πήρε μια τελευταία ματιά στο σημείωμα.
Το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη του.
«Κυρίες και κύριοι», είπε καθώς περνούσε μπροστά από τους συναδέλφους του, «σήμερα θα χρειαστεί να με συγχωρήσετε. Έχω ένα πολύ σημαντικό ραντεβού και δεν θα επιστρέψω το απόγευμα. Καλή συνέχεια σε όλους!»
Η υπάλληλος που είχε οργανώσει όλη αυτή την περιπέτεια τον παρακολούθησε με το βλέμμα της μέχρι να χαθεί πίσω από την πόρτα.
Έπειτα κοίταξε το ρολόι.
Περίμενε δέκα λεπτά, προσποιήθηκε ότι είχε να τακτοποιήσει κάποιες δουλειές και σηκώθηκε.
«Πάω να πάρω έναν καφέ», είπε αδιάφορα στους συναδέλφους της.
Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει το θέαμα που είχε η ίδια δημιουργήσει.
Βγήκε από το κτίριο, περπάτησε γρήγορα μέχρι το απέναντι καφέ και διάλεξε ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο, από όπου μπορούσε να βλέπει όσα θα ακολουθούσαν μέσα στο εστιατόριο.
Παρήγγειλε έναν καφέ, έβγαλε το κινητό της και περίμενε.
Στο μυαλό της η σκηνή ήταν απλή: ο διευθυντής θα έφτανε γεμάτος προσμονή, θα περίμενε τη γυναίκα που πίστευε ότι επέστρεφε στη ζωή του και, όταν θα καταλάβαινε πως κάτι δεν πήγαινε καλά, θα έπαιρνε ένα μάθημα που θα θυμόταν για πάντα. Αυτό που θα ακολουθούσε δεν το φανταζόταν κανείς.
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ PART 3!
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου