ΜΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΚΑΘΕ ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΟΙΑ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ;
Η μαστογραφία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξετάσεις για την έγκαιρη ανίχνευση του καρκίνου του μαστού. Η συστηματική προληπτική εξέταση μπορεί να εντοπίσει αλλοιώσεις σε πολύ πρώιμο στάδιο, ακόμη και πριν εμφανιστούν συμπτώματα.
Το ερώτημα που απασχολεί πολλές γυναίκες είναι: από ποια ηλικία πρέπει να ξεκινήσει η μαστογραφία και κάθε πότε χρειάζεται να επαναλαμβάνεται;
ΑΠΟ ΠΟΙΑ ΗΛΙΚΙΑ ΣΥΣΤΗΝΕΤΑΙ Η ΜΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ;
Για γυναίκες που ανήκουν στον γενικό πληθυσμό και δεν έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού, οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες συστήνουν την έναρξη του τακτικού μαστογραφικού ελέγχου γύρω στην ηλικία των 40 ετών.
Η ακριβής ηλικία έναρξης και η συχνότητα μπορεί, ωστόσο, να διαφέρουν ανάλογα με τις οδηγίες που ακολουθούνται, το ατομικό ιστορικό και την εκτίμηση του γιατρού.
ΚΑΘΕ ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ;
Για τις περισσότερες γυναίκες ηλικίας 40 ετών και άνω, η μαστογραφία γίνεται ανά 1 έως 2 χρόνια, ανάλογα με την ηλικία, το ατομικό προφίλ κινδύνου και τις οδηγίες του γιατρού.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται συχνότερος ή διαφορετικός απεικονιστικός έλεγχος.
Η συνέπεια στον προληπτικό έλεγχο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο στόχος της μαστογραφίας είναι να εντοπίζει πιθανές αλλαγές πριν αυτές προκαλέσουν συμπτώματα.
ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΜΕΤΑ ΤΑ 50;
Μετά την ηλικία των 50 ετών, ο τακτικός μαστογραφικός έλεγχος παραμένει ιδιαίτερα σημαντικός. Η συχνότητα επανάληψης εξακολουθεί να εξαρτάται από τις κατευθυντήριες οδηγίες, την κατάσταση της υγείας της γυναίκας και τους παράγοντες κινδύνου.
Σε μεγαλύτερες ηλικίες, η απόφαση για τη συνέχιση του προληπτικού ελέγχου εξατομικεύεται και λαμβάνει υπόψη τη συνολική κατάσταση υγείας και το προσδόκιμο ζωής.
ΠΟΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΝΩΡΙΤΕΡΑ ΕΛΕΓΧΟ;
Δεν ακολουθούν όλες οι γυναίκες το ίδιο πρόγραμμα. Όσες έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού μπορεί να χρειάζεται να ξεκινήσουν τον έλεγχο νωρίτερα και να υποβάλλονται σε πιο συχνή ή πιο εξειδικευμένη παρακολούθηση.
Παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο είναι, μεταξύ άλλων:
- ισχυρό οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού ή των ωοθηκών,
- γνωστές κληρονομικές μεταλλάξεις, όπως BRCA1 ή BRCA2,
- προηγούμενο ιστορικό καρκίνου του μαστού,
- προηγούμενη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του θώρακα σε νεαρή ηλικία,
- ορισμένα ευρήματα από προηγούμενες εξετάσεις.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πρόγραμμα παρακολούθησης πρέπει να καθορίζεται εξατομικευμένα από γιατρό.
Η ΜΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΕΝ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ
Η προληπτική μαστογραφία είναι σημαντικό εργαλείο, αλλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοούνται συμπτώματα επειδή η τελευταία εξέταση ήταν φυσιολογική.
Ένα νέο ογκίδιο, αλλαγή στο σχήμα ή στο μέγεθος του μαστού, εισολκή της θηλής, ασυνήθιστες εκκρίσεις από τη θηλή ή αλλαγές στο δέρμα χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση, ανεξάρτητα από το πότε έγινε η τελευταία μαστογραφία.
ΜΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ Ή ΥΠΕΡΗΧΟΣ;
Ο υπέρηχος μαστών και η μαστογραφία δεν είναι εξετάσεις που απλώς αντικαθιστά η μία την άλλη. Ανάλογα με την ηλικία, την πυκνότητα των μαστών, τα συμπτώματα και τα ευρήματα, ο γιατρός μπορεί να συστήσει τη μία εξέταση ή συνδυασμό εξετάσεων.
Ιδιαίτερα σε γυναίκες με πυκνούς μαστούς, μπορεί να χρειάζεται συμπληρωματικός απεικονιστικός έλεγχος.
ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Δεν υπάρχει ένα απολύτως ίδιο πρόγραμμα μαστογραφίας για κάθε γυναίκα. Για τον γενικό πληθυσμό, ο προληπτικός έλεγχος συνήθως ξεκινά γύρω στα 40 και επαναλαμβάνεται κάθε 1 έως 2 χρόνια, ενώ σε γυναίκες υψηλού κινδύνου μπορεί να απαιτείται διαφορετικό και πιο εντατικό πρόγραμμα.
Το σωστό είναι κάθε γυναίκα να συζητά με τον γιατρό της πότε πρέπει να ξεκινήσει και πόσο συχνά πρέπει να ελέγχεται, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, το οικογενειακό και ατομικό ιστορικό και τυχόν προηγούμενα ευρήματα.
Η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση μπορούν να κάνουν τη διαφορά.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου