ΑΝΩ ΛΙΟΣΙΑ: ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΣ ΦΩΝΑΖΕΙ ΕΝΤΟΝΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ - ΤΕΛΙΚΑ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Η ΑΥΣΤΗΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΑ;
Ένα περιστατικό στα Άνω Λιόσια, που ήρθε στη δημοσιότητα μέσα από βίντεο με νηπιαγωγό να φωνάζει έντονα σε μικρά παιδιά, ανοίγει για ακόμη μία φορά μια δύσκολη αλλά απολύτως αναγκαία συζήτηση: πού σταματά η παιδαγωγική αυστηρότητα και πού αρχίζει η ψυχολογική βία;
Η διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού δεν είναι εύκολη υπόθεση. Τα παιδιά κάνουν λάθη, δοκιμάζουν όρια, προκαλούν αναστάτωση και πολλές φορές δεν μπορούν ακόμη να αντιληφθούν τις συνέπειες των πράξεών τους. Ο εκπαιδευτικός καλείται να θέσει κανόνες, να επιβάλει όρια και να διαχειριστεί δύσκολες συμπεριφορές.
Όμως υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο «βάζω όρια» και στο «τρομοκρατώ για να υπακούσεις».
Ένα παιδί προσχολικής ηλικίας βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη φάση της ανάπτυξής του. Ο εκπαιδευτικός δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που βρίσκεται στον ίδιο χώρο. Είναι ένα πρόσωπο εξουσίας, εμπιστοσύνης και ασφάλειας. Όταν η φωνή του γίνεται απειλητική, όταν το παιδί αισθάνεται ότι εξευτελίζεται ή ότι κινδυνεύει να τιμωρηθεί επειδή έκανε ένα λάθος, το μήνυμα που μπορεί να λάβει δεν είναι «έμαθα έναν κανόνα», αλλά «φοβάμαι τον άνθρωπο που υποτίθεται ότι πρέπει να με προστατεύει».
Και αυτό είναι ένα σημείο που δεν πρέπει να προσπερνάται.
Μια μεμονωμένη έντονη αντίδραση ενός ενήλικα δεν μπορεί από μόνη της να μας επιτρέψει να μιλήσουμε για «μόνιμο τραύμα». Η ψυχική επίδραση μιας συμπεριφοράς εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως η συχνότητα, η ένταση, η σχέση του παιδιού με τον ενήλικα και η συνολική ατμόσφαιρα στην οποία μεγαλώνει. Όταν όμως οι φωνές, οι απειλές, η ταπείνωση ή ο φόβος γίνονται επαναλαμβανόμενο μοτίβο, τότε το ζήτημα γίνεται πολύ σοβαρό.
Το παιδί μπορεί να αρχίσει να φοβάται το λάθος. Να μη σηκώνει το χέρι του. Να αποφεύγει να μιλήσει. Να αισθάνεται ότι πρέπει συνεχώς να προσέχει για να μην προκαλέσει την οργή ενός ενήλικα. Και τότε το σχολείο παύει να λειτουργεί ως χώρος ασφάλειας και μάθησης και μπορεί να συνδεθεί με το άγχος και τον φόβο.
Η αυστηρότητα μπορεί να είναι παιδαγωγική. Η ταπείνωση όμως δεν είναι.
Το να πει ένας εκπαιδευτικός «αυτό που έκανες δεν είναι σωστό» είναι διαφορετικό από το να κάνει ένα παιδί να αισθανθεί ότι το ίδιο είναι «κακό». Το να επιβάλει έναν κανόνα είναι διαφορετικό από το να χρησιμοποιεί τον φόβο ως βασικό εργαλείο πειθαρχίας.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη όχι μόνο του εκπαιδευτικού, αλλά ολόκληρου του σχολικού περιβάλλοντος.
Όταν προκύπτει ένα τέτοιο περιστατικό, η κοινωνία δεν χρειάζεται ούτε συγκάλυψη ούτε δημόσιο «δικαστήριο» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χρειάζεται ψυχραιμία, διερεύνηση και λογοδοσία. Οι καταγγελίες πρέπει να εξετάζονται από τους αρμόδιους φορείς, να προστατεύονται τα παιδιά και παράλληλα να διασφαλίζεται ότι κάθε εμπλεκόμενος έχει δικαίωμα σε μια δίκαιη διαδικασία.
Γιατί η προστασία των παιδιών δεν σημαίνει ότι καταργούμε τα όρια. Σημαίνει ότι μαθαίνουμε στα παιδιά τα όρια χωρίς να τους στερούμε την αξιοπρέπεια και το αίσθημα ασφάλειας.
Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο ερώτημα που αφήνει πίσω του ένα τέτοιο περιστατικό:
Θέλουμε παιδιά που υπακούν επειδή φοβούνται ή παιδιά που μαθαίνουν να σέβονται επειδή πρώτα τα ίδια έχουν βιώσει τον σεβασμό;
Η απάντηση δεν αφορά μόνο μια νηπιαγωγό, έναν γονιό ή ένα σχολείο.
Αφορά όλους μας.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου