ΑΚΟΥΓΕ ΕΝΑΝ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΘΟΡΥΒΟ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ, ΕΦΕΡΕ ΤΗΝ ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΓΙΑΤΙ ΦΟΒΟΤΑΝ ΚΙ ΟΤΑΝ ΕΙΔΑΝ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΑΝ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ
Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ που έμοιαζε με όλα τα άλλα. Το σπίτι ήταν ήσυχο, οι δρόμοι έξω είχαν αρχίσει να αδειάζουν και εκείνος ετοιμαζόταν να ξαπλώσει, ανυπομονώντας να ξεκουραστεί μετά από μια κουραστική ημέρα.
Μόνο που, λίγο πριν αποκοιμηθεί, άκουσε κάτι που τον έκανε να ανασηκωθεί απότομα.
Ένας παράξενος θόρυβος ερχόταν από κάπου κοντά στο μπαλκόνι.
Στην αρχή προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι δεν ήταν τίποτα. Ίσως να φυσούσε ο αέρας. Ίσως κάποιος γείτονας να μετακινούσε κάτι. Ίσως να ήταν ένας από εκείνους τους ήχους που ακούγονται τη νύχτα και μοιάζουν πολύ πιο τρομακτικοί απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα.
Ύστερα, όμως, ο θόρυβος ακούστηκε ξανά.
Ένα ακανόνιστο σύρσιμο, ακολουθούμενο από μικρά χτυπήματα, σαν κάτι να προσπαθούσε να μετακινηθεί μέσα σε έναν κλειστό χώρο.
Ο άντρας πάγωσε.
Κάθισε στο κρεβάτι και έμεινε να κοιτάζει προς την πόρτα του δωματίου του. Δεν μπορούσε να καταλάβει από πού ερχόταν ο ήχος, αλλά κάθε φορά που το σπίτι βυθιζόταν στη σιωπή, εκείνος ακουγόταν ξανά.
«Δεν μπορεί… Κάτι συμβαίνει εδώ μέσα», ψιθύρισε στον εαυτό του.
Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά η ιδέα να βγει από το δωμάτιο και να ψάξει μόνος του μέσα στη νύχτα τού φαινόταν αφόρητη. Έτσι, τράβηξε τα σκεπάσματα μέχρι το κεφάλι και κουλουριάστηκε στο κρεβάτι, με την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
Κάθε μικρός θόρυβος τον έκανε να τινάζεται.
Το χειρότερο ήταν ότι δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ακριβώς άκουγε. Δεν ήταν ένας σταθερός ήχος, όπως ένα μηχάνημα που λειτουργεί. Έμοιαζε περισσότερο με κάτι ζωντανό που κινούνταν, σταματούσε και ύστερα ξανάρχιζε την προσπάθειά του.
Και όσο περνούσε η ώρα, τόσο περισσότερο φούντωνε η φαντασία του.
Τελικά, αποφάσισε ότι δεν άντεχε άλλο. Πήρε το τηλέφωνό του και κάλεσε τη μητέρα του.
Εκείνη βρισκόταν σε επαρχιακή πόλη, μακριά από την Αθήνα, και δεν περίμενε σε καμία περίπτωση ότι θα δεχόταν ένα τέτοιο τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα.
«Μαμά, σε παρακαλώ, πρέπει να έρθεις! Ακούγονται περίεργοι θόρυβοι στο σπίτι και δεν ξέρω τι είναι. Φοβάμαι να βγω να κοιτάξω!»
Η μητέρα του προσπάθησε αρχικά να τον καθησυχάσει από το τηλέφωνο. Του είπε πως μπορεί να ήταν κάτι ασήμαντο, πως έπρεπε να πάρει μια ανάσα και να μην αφήνει τη φαντασία του να τον τρομάζει.
Εκείνος, όμως, επέμενε ότι οι ήχοι ήταν πραγματικοί και ότι δεν μπορούσε να ηρεμήσει.
Βλέποντας πόσο αναστατωμένος ήταν, αποφάσισε να πάρει τον δρόμο για την Αθήνα, παρόλο που ήταν ήδη αργά. Δεν ήθελε να αφήσει το παιδί της να περάσει τη νύχτα τρομοκρατημένο.
Και έτσι, μέσα στη νύχτα, ξεκίνησε ένα ταξίδι που κανείς από τους δύο δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα κατέληγε.
Όταν έφτασε στο σπίτι, τον βρήκε ακόμη αναστατωμένο. Εκείνος της εξήγησε από πού άκουγε τους θορύβους και οι δυο τους στάθηκαν για λίγο ακίνητοι, προσπαθώντας να εντοπίσουν την προέλευσή τους.
Για μερικά δευτερόλεπτα επικράτησε απόλυτη ησυχία.
Και τότε ακούστηκε ξανά εκείνος ο παράξενος ήχος.
Η μητέρα του τον κοίταξε, αυτή τη φορά αποφασισμένη να ανακαλύψει τι συνέβαινε. Πλησίασε προσεκτικά προς το μπαλκόνι, ακολουθώντας τον ήχο, ενώ ο γιος της την ακολουθούσε από λίγο πιο πίσω.
Ο θόρυβος φαινόταν να έρχεται από την εξωτερική ντουλάπα όπου φυλάσσονταν τα καθαριστικά. Η μητέρα άνοιξε προσεκτικά την πόρτα και έσκυψε για να κοιτάξει στο εσωτερικό της.
Και τότε αποκαλύφθηκε το μεγάλο μυστήριο.
Ένα περιστέρι είχε εγκλωβιστεί μέσα στην εξωτερική ντουλάπα του μπαλκονιού!
Το δύστυχο πουλί είχε μείνει σχεδόν ακίνητο όλη την ημέρα, πιθανότατα τρομαγμένο από το άγνωστο περιβάλλον και τις κινήσεις των ανθρώπων. Όταν έπεσε η νύχτα και το σπίτι ησύχασε, άρχισε να κινείται και να προσπαθεί να βρει τρόπο να βγει. Τα φτερουγίσματα και τα χτυπήματά του πάνω στα αντικείμενα της ντουλάπας ήταν εκείνοι οι τρομακτικοί ήχοι που είχαν κρατήσει τον άντρα ξάγρυπνο.
Για λίγα δευτερόλεπτα, μητέρα και γιος κοιτάχτηκαν χωρίς να μιλούν.
Ύστερα, η μητέρα ξέσπασε σε γέλια. Ο γιος της άρχισε να γελά μαζί της, καθώς συνειδητοποιούσε ότι όλη αυτή η αγωνία, ο φόβος και το νυχτερινό ταξίδι είχαν προκληθεί από ένα μικρό περιστέρι.
Η μητέρα γύρισε και τον κοίταξε με ένα μείγμα απορίας και διασκέδασης.
«Δεν το πιστεύω ότι με έφερες στην Αθήνα για ένα περιστέρι!», του είπε γελώντας.
Εκείνος δεν μπορούσε να απαντήσει. Γελούσε τόσο πολύ που μετά βίας στεκόταν όρθιος. Λίγη ώρα νωρίτερα ήταν χωμένος κάτω από τα σκεπάσματα, πεπεισμένος ότι κάτι τρομακτικό συνέβαινε στο σπίτι του. Τώρα, ο υποτιθέμενος εφιάλτης του είχε μετατραπεί σε μια ιστορία που θα του θύμιζε η μητέρα του για χρόνια.
Φυσικά, το σημαντικό ήταν να απελευθερωθεί με ασφάλεια το περιστέρι. Έτσι, φρόντισαν να απομακρύνουν προσεκτικά τα εμπόδια και να του δώσουν χώρο να βγει, χωρίς να το κυνηγήσουν ή να το τραυματίσουν.
Όταν τελικά το πουλί βρέθηκε ελεύθερο, η ένταση είχε πλέον εξαφανιστεί εντελώς.
Η μητέρα του είχε κάνει ένα ολόκληρο νυχτερινό ταξίδι για να βοηθήσει τον γιο της και το μόνο που είχε να αντιμετωπίσει ήταν ένα φοβισμένο περιστέρι που προσπαθούσε να βρει την έξοδο.
Από εκείνη τη νύχτα, κάθε φορά που ακουγόταν ένας παράξενος θόρυβος στο σπίτι, η μητέρα του είχε έτοιμη την ίδια ερώτηση:
«Να ετοιμαστώ να έρθω στην Αθήνα ή αυτή τη φορά θα κοιτάξεις πρώτα αν έχεις κανένα περιστέρι στο μπαλκόνι;»
Και φυσικά, κανείς από τους δύο δεν μπορούσε να κρατήσει τα γέλια του.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου