ΟΤΑΝ ΠΑΣ ΣΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ΓΙΑ 2 ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΕΙΣ ΜΕ 3 ΣΑΚΟΥΛΕΣ
Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: εκείνοι που μπαίνουν στο σούπερ μάρκετ, παίρνουν ακριβώς ό,τι χρειάζονται και φεύγουν…
Και εμείς.
Εμείς που ξεκινάμε με την απόλυτη αυτοπεποίθηση:
«Θα πεταχτώ μέχρι το σούπερ μάρκετ. Θέλω μόνο γάλα και ψωμί. Πέντε λεπτά υπόθεση».
Αν υπήρχε βραβείο για τη μεγαλύτερη αισιοδοξία, θα το παίρναμε.
Η είσοδος: όλα υπό έλεγχο
Μπαίνεις μέσα με το κεφάλι ψηλά.
Δεν χρειάζεσαι καρότσι. Για δύο πράγματα πας.
Παίρνεις ένα καλάθι «για σιγουριά» και προχωράς αποφασιστικά προς το γάλα.
Και τότε…
Βλέπεις την προσφορά.
«2+1 ΔΩΡΕΑΝ».
Δεν ξέρεις τι είναι. Δεν το χρειάζεσαι. Δεν θυμάσαι καν να το έχεις χρησιμοποιήσει ποτέ.
Αλλά είναι 2+1.
Άρα, κάπου εδώ, το να μην το πάρεις μοιάζει σχεδόν οικονομικό έγκλημα.
Το βάζεις στο καλάθι.
Το καλάθι αρχίζει να γεμίζει
Περνάς από τον διάδρομο με τα σνακ.
«Δεν θα πάρω τίποτα».
Πέντε δευτερόλεπτα αργότερα:
«Εντάξει, θα πάρω ένα. Για το σπίτι».
Μετά βλέπεις τα μπισκότα.
«Αυτά τα είχαμε πάρει παλιά και ήταν πολύ ωραία».
Και κάπου εκεί αρχίζει η κατηφόρα.
Πατατάκια, σοκολάτες, δημητριακά, χαρτοπετσέτες, ένα καθαριστικό που δεν χρειαζόσουν αλλά «ήταν σε καλή τιμή» και κάτι που δεν ξέρεις καν πώς βρέθηκε στο καλάθι.
Η επικίνδυνη ζώνη: τα ψυγεία
Εδώ πλέον δεν υπάρχει επιστροφή.
Περνάς από τα τυριά και σκέφτεσαι:
«Ας πάρουμε και λίγο τυρί, ποτέ δεν ξέρεις».
Περνάς από τα αλλαντικά:
«Καλό είναι να υπάρχει κάτι πρόχειρο».
Περνάς από τα γιαούρτια:
«Αυτά είναι υγιεινά».
Και ξαφνικά έχεις αρχίσει να ψωνίζεις σαν να ετοιμάζεσαι να κλειστείς στο σπίτι για τρεις μήνες.
Η στιγμή της αλήθειας
Φτάνεις στο ταμείο.
Κοιτάς το καλάθι.
Έχει μέσα περίπου τα πάντα εκτός από αυτά για τα οποία μπήκες.
Η ταμίας αρχίζει να περνάει τα προϊόντα.
Μπιπ.
Μπιπ.
Μπιπ.
Και εσύ αρχίζεις να κάνεις έναν πρόχειρο υπολογισμό στο μυαλό σου.
«Λογικά γύρω στα 20 ευρώ θα είναι».
Μπιπ.
«30…»
Μπιπ.
«35…»
Και τότε ακούς:
«47,80 ευρώ».
Σιωπή.
Κοιτάς τις σακούλες.
Κοιτάς την ταμία.
Κοιτάς ξανά τις σακούλες.
Και σκέφτεσαι:
«Μα εγώ ήρθα μόνο για γάλα και ψωμί!»
Η έξοδος της νίκης
Βγαίνεις από το σούπερ μάρκετ με τρεις σακούλες.
Το ένα χέρι έχει κοπεί από το βάρος.
Το άλλο έχει χάσει την αίσθησή του.
Κάτι από τις σακούλες έχει σίγουρα σκιστεί.
Και φυσικά…
Έχεις ξεχάσει το γάλα.
Το ψωμί όμως το πήρες.
Ή τουλάχιστον έτσι νομίζεις.
Φτάνεις στο σπίτι, αδειάζεις τις σακούλες και αρχίζεις να ανακαλύπτεις πράγματα που δεν θυμάσαι να αγόρασες.
«Πότε πήραμε αυτά;»
«Δεν ξέρω».
«Ποιος τα έβαλε;»
«Δεν ξέρω».
«Και γιατί έχουμε τρία πακέτα μπισκότα;»
«Ήταν προσφορά».
Η μαγική φράση που δικαιολογεί τα πάντα.
Και την επόμενη φορά…
Την επόμενη ημέρα ανοίγεις το ψυγείο.
Έχεις φαγητό για μία εβδομάδα.
Ντουλάπια γεμάτα.
Σνακ για ολόκληρη πολυκατοικία.
Και τότε συνειδητοποιείς ότι…
δεν έχεις καφέ.
Οπότε λες:
«Θα πεταχτώ μέχρι το σούπερ μάρκετ. Μόνο για καφέ».
Και κάπου εκεί, η ιστορία ξεκινάει ξανά από την αρχή.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου