ΑΝΝΕΤΑ: ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΝΑ ΕΝΗΛΙΚΙΩΘΩ ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΓΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ, ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΑ ΑΛΛΟ ΤΗΝ ΑΣΧΗΜΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΑΣ ΜΟΥ, ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ ΚΟΙΜΟΜΟΥΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ ΜΟΥ
Η Αννέτα κοίταξε για τελευταία φορά το δωμάτιό της.
Δεν υπήρχαν πολλά πράγματα. Μια μικρή βαλίτσα, λίγα ρούχα, μερικά προσωπικά αντικείμενα και, πάνω απ’ όλα, εκείνη η παλιά φωτογραφία.
Η φωτογραφία της μαμάς της.
Την πήρε προσεκτικά στα χέρια της, την έβαλε μέσα στην τσάντα της και την ξαναέβγαλε αμέσως.
«Όχι… εσύ θα έρθεις μαζί μου», ψιθύρισε.
Ήταν 18 ετών.
Και εκείνη τη μέρα είχε έρθει η στιγμή που περίμενε σχεδόν όλη της τη ζωή.
Να φύγει.
Να ανοίξει την πόρτα και να μην κοιτάξει πίσω.
Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕ ΤΗ ΜΑΜΑ ΤΗΣ
Η Αννέτα ήταν μόλις δέκα ετών όταν έχασε τη μητέρα της σε τροχαίο δυστύχημα.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως η μαμά της θα ήταν πάντα εκεί.
Για να την αγκαλιάζει όταν φοβάται.
Για να της σκουπίζει τα δάκρυα.
Για να της λέει ότι όλα θα πάνε καλά.
Όμως ένα τηλεφώνημα ήταν αρκετό για να αλλάξει ολόκληρη η ζωή της.
Η μητέρα της δεν γύρισε ποτέ στο σπίτι.
Η Αννέτα δεν κατάλαβε αμέσως τι σήμαινε αυτό.
Τις πρώτες ημέρες περίμενε σχεδόν ασυναίσθητα να ακούσει το κλειδί στην πόρτα.
Μετά κατάλαβε.
Και κατέρρευσε.
Από εκείνη την ημέρα, η φωτογραφία της μητέρας της έγινε το πολυτιμότερο πράγμα που είχε.
Κάθε βράδυ την έπαιρνε στο κρεβάτι της.
Την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της και κοιμόταν με το πρόσωπό της κολλημένο πάνω της.
Σαν να μπορούσε έτσι να αισθανθεί ξανά τη μαμά της δίπλα της.
ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΗΡΘΕ ΕΚΕΙΝΗ
Ο πατέρας της, προσπαθώντας να συνεχίσει τη ζωή του, παντρεύτηκε ξανά.
Η νέα γυναίκα μπήκε στο σπίτι.
Αλλά δεν μπήκε ποτέ στην καρδιά της Αννέτας.
Από την αρχή η σχέση τους ήταν δύσκολη.
Η Αννέτα ένιωθε πως η μητριά της τη ζήλευε. Η συμπεριφορά της γινόταν ολοένα και πιο σκληρή και η καθημερινότητα μέσα στο σπίτι μετατράπηκε σε έναν αγώνα που η μικρή δεν μπορούσε να κερδίσει.
Λόγια που πονούσαν.
Υποτιμητική συμπεριφορά.
Φωνές.
Μια διαρκής αίσθηση ότι δεν ήταν πραγματικά ευπρόσδεκτη μέσα στο ίδιο της το σπίτι.
Και το πιο δύσκολο;
Ο πατέρας της δεν στάθηκε δίπλα της όπως είχε ανάγκη.
Η Αννέτα ένιωθε μόνη.
Πολύ μόνη.
ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΚΑ ΤΗΣ ΕΙΧΕ ΕΝΑ ΣΧΕΔΙΟ
Κάποια στιγμή, χωρίς να το πει σε κανέναν, πήρε μια απόφαση.
«Όταν γίνω 18, θα φύγω.»
Δεν ήξερε πού ακριβώς θα πάει.
Δεν ήξερε πόσο δύσκολο θα είναι.
Ήξερε μόνο ότι ήθελε να αποκτήσει τη δική της ζωή.
Έτσι, άρχισε να μαζεύει χρήματα.
Λίγα-λίγα.
Κάθε φορά που μπορούσε.
Έβαζε στην άκρη ό,τι κατάφερνε να κρατήσει.
Για χρόνια έκανε υπομονή.
Και κάθε φορά που ένιωθε ότι δεν άντεχε άλλο, έβγαζε τη φωτογραφία της μητέρας της.
«Κάνε λίγο ακόμα υπομονή», έλεγε στον εαυτό της.
«Θα τα καταφέρεις.»
Η ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΧΡΟΝΙΑ
Και αυτή η μέρα ήρθε.
Σήμερα.
Στα 18 της ακριβώς.
Η Αννέτα έκλεισε τη βαλίτσα της.
Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητη.
Κοίταξε γύρω της.
Αυτό το δωμάτιο είχε γνωρίσει τα δάκρυά της.
Είχε ακούσει τους ψιθύρους της.
Είχε κρατήσει τα μυστικά της.
Εκεί είχε κοιμηθεί εκατοντάδες βράδια αγκαλιά με τη φωτογραφία της μαμάς της.
Σήμερα, όμως, δεν έκλαιγε.
Πήρε τη βαλίτσα.
Πήρε την τσάντα της.
Και πήρε τη φωτογραφία.
Την έβαλε προσεκτικά σε ένα σημείο όπου δεν μπορούσε να τσαλακωθεί.
«Εσύ δεν μένεις εδώ», ψιθύρισε.
«Έρχεσαι μαζί μου.»
Άνοιξε την πόρτα.
Και βγήκε.
ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ ΤΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ
Ο δρόμος μπροστά της ήταν άγνωστος.
Δεν είχε όλες τις απαντήσεις.
Δεν είχε εξασφαλισμένη τη ζωή που ονειρευόταν.
Είχε όμως κάτι που δεν είχε ποτέ πριν.
Ελευθερία.
Για πρώτη φορά μπορούσε να αποφασίσει η ίδια πού θα πάει.
Τι θα γίνει.
Ποια θα γίνει.
Και καθώς περπατούσε με τη βαλίτσα στο χέρι, σταμάτησε για λίγο.
Άνοιξε την τσάντα της και κοίταξε τη φωτογραφία.
Για μια στιγμή της φάνηκε πως η μητέρα της χαμογελούσε.
«Μαμά, τα κατάφερα», είπε σιγανά.
«Έφυγα.»
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
Αλλά αυτή τη φορά τα δάκρυα δεν ήταν μόνο από πόνο.
Ήταν και από ανακούφιση.
Η ΜΑΜΑ ΤΗΣ ΘΑ ΗΤΑΝ ΠΕΡΗΦΑΝΗ
Η Αννέτα δεν θα ξεχάσει ποτέ όσα έζησε.
Ούτε τον θάνατο της μητέρας της.
Ούτε τα δύσκολα χρόνια.
Ούτε τις νύχτες που ένιωθε ότι κανείς δεν την καταλαβαίνει.
Όμως δεν θέλει να αφήσει το παρελθόν να αποφασίσει για το μέλλον της.
Θέλει να σπουδάσει.
Να εργαστεί.
Να αγαπήσει.
Να δημιουργήσει κάποτε το δικό της σπίτι.
Ένα σπίτι διαφορετικό από εκείνο στο οποίο μεγάλωσε.
Ένα σπίτι όπου κανένα παιδί δεν θα κοιμάται κλαίγοντας.
Και ίσως, όταν κάποτε αποκτήσει τη δική της οικογένεια, να κρατήσει τη φωτογραφία της μαμάς της στο πιο όμορφο σημείο του σπιτιού.
Γιατί για την Αννέτα εκείνη η φωτογραφία δεν είναι απλώς μια ανάμνηση.
Είναι η απόδειξη ότι η αγάπη μπορεί να μείνει ζωντανή ακόμη κι όταν ο άνθρωπος που αγαπάμε δεν βρίσκεται πια κοντά μας.
Είναι η μικρή της δύναμη.
Η υπενθύμιση ότι κάποτε υπήρξε ένα κορίτσι που έχασε τη μαμά του στα δέκα.
Που πόνεσε.
Που φοβήθηκε.
Που ένιωσε μόνο.
Αλλά δεν τα παράτησε.
Και σήμερα, στα 18 της, πήρε τη βαλίτσα της και ξεκίνησε.
Όχι για να ξεφύγει απλώς από το παρελθόν.
Αλλά για να χαράξει μόνη της τη διαδρομή προς τη ζωή που της αξίζει.
Και αυτή τη φορά, δεν περπατούσε μόνη.
Στην καρδιά της περπατούσε μαζί της η μαμά της.
Ο δικός της φύλακας άγγελος.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου