Η ΣΤΕΛΛΑ ΔΟΥΛΕΥΕΙ ΣΕ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΣΤΡΑΒΑ ΜΑΤΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΤΩΧΗ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ...
Η Στέλλα δούλευε εδώ και χρόνια σε μια μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που κάνουν τη δουλειά τους σωστά, χωρίς πολλά λόγια. Πάντα στην ώρα της, πάντα ευγενική. Όμως, τους τελευταίους μήνες, κάτι είχε αρχίσει να τη βαραίνει.
Κάθε λίγες μέρες, έβλεπε την ίδια γυναίκα.
Ρακένδυτη, σκυφτή, με βήμα αργό και κουρασμένο. Τα ρούχα της ήταν φθαρμένα, τα χέρια της έτρεμαν ελαφρά και το βλέμμα της είχε κάτι από ντροπή… και απελπισία. Δεν μιλούσε σε κανέναν. Μόνο περιφερόταν αθόρυβα ανάμεσα στα ράφια.
Και πάντα κατέληγε στο ίδιο σημείο.
Στο αλεύρι.
Η Στέλλα την είχε δει. Πολλές φορές. Να παίρνει ένα πακέτο και να το κρύβει βιαστικά μέσα στην τσάντα της. Όχι με θράσος. Με φόβο. Σαν να ήξερε ότι κάνει κάτι λάθος… αλλά δεν είχε άλλη επιλογή.
Την πρώτη φορά, η Στέλλα πάγωσε.
Τη δεύτερη, δίστασε.
Την τρίτη… έκανε ότι δεν είδε.
«Πεινάει», σκέφτηκε. «Δεν κλέβει για πολυτέλεια».
Όμως κάθε φορά που περνούσε από δίπλα της, ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Γιατί μέσα της συγκρούονταν δύο κόσμοι.
Από τη μία, η καρδιά της.
Από την άλλη, ο φόβος.
Ήξερε πολύ καλά τους κανόνες. Αν την έπιαναν να αγνοεί κλοπές, θα μπορούσε να χάσει τη δουλειά της. Και η Στέλλα είχε ανάγκη αυτή τη δουλειά. Ενοίκιο, λογαριασμοί, υποχρεώσεις… δεν υπήρχαν περιθώρια.
Ένα απόγευμα, η γυναίκα εμφανίστηκε ξανά. Πιο αδύναμη από ποτέ. Περπατούσε με δυσκολία, σχεδόν κουτσαίνοντας. Πλησίασε το ράφι, πήρε το αλεύρι… και για μια στιγμή, τα μάτια της συναντήθηκαν με της Στέλλας.
Δεν είπε τίποτα.
Αλλά αυτό το βλέμμα… έλεγε τα πάντα.
Δεν ήταν πρόκληση. Δεν ήταν θράσος. Ήταν μια σιωπηλή παράκληση.
Η Στέλλα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Για λίγα δευτερόλεπτα, όλα πάγωσαν. Το ταμείο, οι πελάτες, οι φωνές… όλα χάθηκαν.
Και τότε πήρε μια απόφαση.
Πλησίασε ήρεμα τη γυναίκα και της ψιθύρισε:
«Περίμενε λίγο εδώ».
Η γυναίκα ταράχτηκε. Έτοιμη να φύγει. Αλλά η Στέλλα γύρισε πίσω κρατώντας ένα σακουλάκι. Μέσα είχε ψωμί, γάλα και λίγα βασικά τρόφιμα.
Τα πλήρωσε από την τσέπη της.
Της τα έδωσε διακριτικά.
«Πάρ’ τα. Και… μην ξανακλέψεις. Σε παρακαλώ».
Η γυναίκα την κοίταξε με μάτια βουρκωμένα. Τα χείλη της έτρεμαν. Προσπάθησε να πει «ευχαριστώ», αλλά η φωνή δεν βγήκε ποτέ.
Έφυγε αργά… όπως πάντα.
Αλλά αυτή τη φορά, λίγο πιο ανάλαφρη.
Η Στέλλα γύρισε στο πόστο της. Ο φόβος δεν είχε φύγει. Ήξερε ότι το πρόβλημα δεν λύθηκε. Ίσως να ξαναβρεθεί μπροστά στο ίδιο δίλημμα.
Αλλά εκείνη τη μέρα, διάλεξε να μην κλείσει τα μάτια.
Όχι από αδυναμία.
Αλλά από ανθρωπιά.
Και ίσως… αυτό να ήταν το πιο δύσκολο από όλα.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου