Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΜΦΙΛΙΩΘΕΙ ΜΕ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ
ΕΝΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΜΟΥ
Η Ολυμπία δεν είναι απλώς η γειτόνισσά μου. Είναι μια γυναίκα που κουβαλάει μέσα της μια ολόκληρη ζωή αγάπης και μια πληγή που δεν λέει να κλείσει.
Πριν από λίγες ώρες την υποδέχτηκα στο σπίτι μου. Καθίσαμε στο μπαλκόνι, άναψε το τσιγάρο της και έγειρε πίσω στην καρέκλα. Ήξερα πως και πάλι θα φτάναμε στο ίδιο θέμα.
«Η μοναξιά, κορίτσι μου… άτιμο πράγμα. Σπάει την καρδιά σε χίλια κομμάτια που δεν ξανακολλάνε.»
ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΧΗΡΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΨΥΧΗ ΜΙΣΗ
Η Ολυμπία έχασε τον άντρα της πριν από δύο χρόνια. «Χάθηκε ο άνθρωπός μου… όχι άντρας, κορίτσι μου, ο άνθρωπός μου. Ήμασταν σαν ένα.»
Της λείπουν όλα του τα μικρά, τα μεγάλα, τα καθημερινά:
το χαμόγελό του,
η βραχνή φωνή του,
το πρωινό του μουρμούρισμα,
το δυνατό του γέλιο που γέμιζε το σπίτι,
η παιδικότητά του,
τα πειράγματα που την έκαναν να ξεσπά σε γέλια.
«Αν ήξερες πόσο μου λείπει να τον ακούσω να λέει το όνομά μου…» μου είπε, κι έσφιξε τα χείλη της να μη σπάσει.
Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ
Την κυρια Ολυμπία τη βλέπω κάθε μέρα, την ίδια ώρα, στο ίδιο σημείο, στο πλατύσκαλου μπροστά στην εξώπορτά της. Κάθεται με ένα τσιγάρο στο χέρι και το βλέμμα της χαμένο στο κενό.
Πολλές φορές τα μάτια της γεμίζουν. Δεν τα σκουπίζει.
«Άστα να τρέχουν… τι να τα κάνω; Να τα κρατήσω;»
Και αφήνει τα δάκρυα να κυλήσουν όπως κυλάει κι ο πόνος της, αθόρυβα και ασταμάτητα.
Δεν βρίσκει παρηγοριά ούτε στις φίλες της, ούτε στην τηλεόραση.
«Όλοι μου λένε “ο χρόνος γιατρεύει”. Αμ δε… ο χρόνος με αφήνει μόνη μου. Δεν μπορώ άλλο κορίτσι μου, δεν αντέχω να γυρνάω μέσα στο σπίτι μου σαν την άδικη κατάρα.»
Μόνο δύο-τρία τραγούδια την αγγίζουν και την παρηγορούν που άκουγαν μαζι.
Και το τσιγάρο της.
Και το ξεφύλλισμα του παλιού οικογενειακού άλμπουμ... αν και μετά πέφτει στη πιο βαθιά της μελαγχολία.
«Τον βλέπω στις φωτογραφίες και λέω… πού πας μωρέ; Γιατί βιάστηκες;»
Η Ολυμπία δεν έχει παιδιά κι όπως μου είπε την πονάει διπλά αυτό...
«Αν είχα παιδιά θα είχα και εγγόνια και θα είχα ένα λόγο να σηκωθώ το πρωί. Τώρα, ποιος να με φωνάξει “μαμά” και "γιαγιά";»
Η φράση της αυτή καρφώθηκε μέσα μου. Ήταν σαν να άνοιξε μια πόρτα μέσα στην ψυχή της και να μου έδειξε το πιο σκοτεινό της δωμάτιο.
Κάποια στιγμή, χωρίς να το θέλει, είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ:«Ξέρεις τι φοβάμαι πιο πολύ; Ότι συνηθίζω τη σιωπή. Και όταν συνηθίσεις τη σιωπή… χάνεσαι.»
Έσκυψε το κεφάλι, τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά και πρόσθεσε: «Δεν θέλω να τον ξεχάσω… αλλά ούτε να ζω έτσι. Και δεν ξέρω τι απ’ τα δύο πονάει πιο πολύ. Ώρα να πηγαίνω τώρα παιδί μου, νύχτωσε.»
Η Ολυμπία είναι μία γυναίκα, αλλά στην πραγματικότητα είναι σαν να είναι εκατοντάδες μαζί. Είναι σαν όλες εκείνες που έχασαν τους ανθρώπους τους ξαφνικά. Όλες εκείνες που κοιμούνται σε μισό κρεβάτι. Όλες εκείνες που νιώθουν ότι το σπίτι μεγάλωσε, όχι γιατί άλλαξε, αλλά γιατί άδειασε.
Αυτή η ιστορία είναι δική της, αλλά ταυτόχρονα και όλων εκείνων των γυναικών που ζουν χωρίς το άλλο τους μισό και πλέον κάνουν παρέα με τη σιωπή, τα άλμπουμ, ένα τραγούδι, ένα τσιγάρο και μια ανάμνηση που δεν θέλει να φύγει.
Πριν φύγει από το μπαλκόνι μου, γύρισε και μου είπε: «Να αγαπάς τον άνθρωπό σου όσο τον έχεις. Γιατί όταν φύγει… δεν γεμίζει ποτέ το κενό. Μόνο απλώνεται.»
Και έμεινα να την κοιτάω να περπατάει αργά προς την εξώπορτα, μικρή, εύθραυστη, αλλά τόσο δυνατή μέσα στον πόνο της.
Την παρακάλεσα να κάνουμε κανονικό γύρισμα αλλά δεν ήθελε, «Δεν είμαι εγώ για τέτοια, δεν μου αρέσουν τα κλικ και οι κάμερες.» Έτσι μου είπε η γλυκιά μου και περιορίστηκα σε αυτό το άρθρο, σε αυτήν την εξομολόγηση που καιρό τώρα ήθελα να τη φιλοξενήσω στο blog μου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου